
Σκηνοθεσία: Francis Lawrence


Μια ταινία που το δίδαγμά της είναι πως “δυο-τρεις καλές ιδέες δεν μπορούν να κάνουν μια καλή ταινία”.
Η ταινία αποτελεί remake της ταινίας Den Osynlige, Σουηδικής παραγωγής, η οποία είναι βασισμένη στην νουβέλα του σουηδού συγγραφέα Mats Wahl.
Ακόμη μια διδαχή που προωθεί είναι, πως “το έγκλημα δεν αποδίδει” και ντύνοντας τον “με το ζόρι Ντόνι Ντάρκο” πρωταγωνιστή, ως “Αόρατο Εραστή”, προσπαθεί πάρα πολύ για να μας πείσει. Τουλάχιστον όμως προσπαθεί φιλότιμα αλλά χάνεται μέσα στην ίδια του μυθολογία. Στο τέλος μάλιστα, μετά από τόσα ανόητα πράγματα, προσπαθεί να μαλακώσει την καρδιά μας για να ξεχάσουμε “?” την προχειρότητά του.
Αλλά τι να περιμένει κανείς από τον David S. Goyer, σεναριογράφο & σκηνοθέτη του απελπιστικού Blade Trinity, σεναριογράφου του Jumper και τόσων άλλων έργων που η ψηφιακή τεχνολογία ξεγελάει την αισθητική. Σίγουρα δεν θα περίμενε μια τέτοια προσπάθεια. Δηλαδή: Σ’ αυτή την ταινία δεν έχει χρησιμοποιήσει με τον ίδιο βαθμό τα ψηφιακά εφέ, αποσκοπώντας ενδεχομένως στην αισθητική βελτίωση των ταινιών του και κάνοντας πολύ ενδιαφέρον κάποιες σκηνές αλλά η μυθολογία που κατασκευάζει με τόσο κόπο, καταρρέει τελικά τόσο εύκολα. Επιπλέον, κάνει αρκετή ώρα η ταινία για να μπει στο ζουμί, διαθέτοντας αυτόν τον χρόνο στο στήσιμο του δράματος και των χαρακτήρων της ταινίας. Αλλά και πάλι χωλένει λες και ήθελε περισσότερο χρόνο, μαρτυρώντας αδυναμία της ταινίας να μας συστηθεί.
Από την άλλη έχουμε δει και πολύ χειρότερα.
4,5/10

Straitjacket fit – #0 (2006)
15 Μαρτίου 2006: Οι straitjacket fit αποτελούν μια όαση διαφορετικότητας στην Ελληνική σκηνή και από άποψη ποιότητας αλλά και επειδή παίζουν καταλυτικό ρόλο στην μουσική ποικιλία του diy (do it yourself) καθώς παίζουν μια μουσική που δεν θα βρει κάποιος αλλού στην Ελλάδα. Να αναφέρω για όσους δεν ξέρουν ότι πρόκειται για μια μπάντα με πολλά χρόνια ύπαρξης. Αναλυτικότερα περί μπάντας θα γράψω στις πληροφορίες συγκροτημάτων σύντομα.
Το cd περιέχει 12 κομμάτια (ήδη έχουν μπόλικο καινούριο υλικό) που έχουν γραφτεί από τα πρώτα τους χρόνια ως μπάντα μέχρι και τώρα. Τα κομμάτια έχουν μπει με τέτοια σειρά που το cd ακούγεται μονορούφι από την αρχή ως το τέλος και σε αγγίζει 12 φορές. Μία σε κάθε κομμάτι. Δεν υπάρχει δηλαδή κομμάτι που να υστερεί ούτε συνθετικά, ούτε ηχητικά ούτε ως προς τα απαραίτητα ξεσπάσματα ενέργειας που απαιτεί μια πραγματικά εμπνευσμένη μπάντα. Το cd δηλαδή αποτελεί την καλύτερη κυκλοφορία του diy τα τελευταία χρόνια (μαζί με Χάσμα και ελάχιστα άλλα…). Θα ήταν υπέροχο να κάτσω να αναλύσω τα κομμάτια ένα ένα αλλά πραγματικά από πού να αρχίσω και που να τελειώσω. Από το “vagrant” που σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις “what does civilization means???” ή από το “we are the toys” που σε κάνει να θαυμάζεις την ποιητική φλέβα στους στίχους που καταφέρνει να σε αγγίξει λες και σου μιλάει στα ίσα; Να μιλήσω για το “in the menagerie” που περνάει μέσα από numetal φίλτρα ώσπου να καταλήξει στους faith nomore? Για να μην αναφέρω και το “digital days” που πρόκειται για μια μελωδία με πιανάκι που τραγουδάει από πάνω και παρόλα αυτά μοιάζει το πιο ολοκληρωμένο κομμάτι που έχεις ακούσει.
Κανένα κομμάτι δεν υστερεί των υπολοίπων, απολύτως κανένα και αυτό είναι το πιο σημαντικό και το πιο δύσκολο για μια μπάντα. Οι στίχοι είναι σουρεαλιστικοί και ρεαλιστικότατοι ταυτόχρονα, φυσικά αυτό το επίτευγμα γίνεται μέσα από την οπτική ματιά του τραγουδιστή ο οποίος έχει ένα ακόμα ταλέντο περαν της καλύτερης φωνής της σκηνής, το ταλέντο του να μεταφράζεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια σου με στίχους μουσικούς, με εικόνες και στατικά αισθήματα, με λέξεις που όλοι μας έχουμε μέσα μας και ακούγοντάς τες μας γραπώνουν για τα καλά στο μουσικό ταξίδι των straitjacket fit. Oλα τα παιδιά είναι άψογοι στο στοιχείο τους, τα ντραμς είναι ευρηματικότητα και ρυθμικότατα με απίστευτες δυναμικές, το μπάσσο είναι διαολεμένο και σκοτεινό, καταθληπτικο και ξεσηκωτικό ταυτόχρονα, η κιθάρα έχει απίστευτα καθαρά και τρελαμένα ριφ (όχι από άποψη δυσκολίας αλλά από άποψη έμπνευσης) στα βρώμικα και η φωνή όπως προείπα είναι σε ποιότητα και πάθος κάτι που ξεκινάει από τα πιο καλά νταρκ πανκ και καταλήγει στην παράνοια του Mike Patton (Faith no more).
Το cd έχει πάρα πολύ καλό ήχο ,πεντακάθαρο και κρυστάλλινο με ωραίο όγκο και ισορροπημένες εντάσεις σε όλα τα όργανα. Δεν είναι αυτό που πολύ θα λέγαν τα σπάει αλλά είναι ότι ακριβώς χρειάζεται η μουσική που παίζουν οι straitjacket fit μιας που ενας διαφορετικός βρώμικος πιο ογκώδης και βαρβάτος ήχος θα έβγαζε τελείως διαφορετικό συναίσθημα. Ηχος πολύ κοντά στον ήχο που βγάζουν στα live τους. Πεντακάθαρη παραγωγή ,αξίζει πέρα ως πέρα και αξίζει χίλιες φορές γιατι μιλάμε για καθαρά diy παραγωγή.
Τέλος να πω ότι η τιμή του cd είναι στα 4ευρώ και οποιοσδήποτε θέλει επικοινωνία, πληροφορίες, παραγγελίες ή οτιδήποτε μπορεί να επικοινωνήσει στο straitjacketfit@gmail.com

Ενα εργο που έχει γραφτεί από τους σεναριογράφους του date movie και πολλών άλλων ηλίθιων ταινιών που δεν βγάζουν γέλιο αβίαστα αλλά με το τσιγκέλι.
Ετσι και σε αυτο το εργο παίρνουν το έργο 300 και το κάνουν καρέ καρέ σχεδόν σε παρωδίά. Δυστυχώς τα αστεία αναλώνονται σε αστεία για gay, σε αστεία με κλωτσιές στα καρύδια, σε αστεία με μύξες και σιχαμένα υγρά που πετιούντε στην μαπα του άλλου και άλλα πολλά τέτοια που ειναι αστεία καθαρά γεννημένα στην υπεροχη Αμερικάνική ήπειρο και αντικατροπτίζει την πολτοποίηση που έχει υποστεί το Αμερικάνικο κεφάλι και το iq τους.
Πέρα απο αυτό ο βασικός ηθοποιός παίζει μια χαρά, σε κάποιες φάσεις όντως βγάζει γέλιο αλλά αυτό μοιάζει να γινεται κατα λάθος γιατί όταν σου πετάει 400 αστεία άκυρα κάποιο θα σε κάνει να γελάσεις ίσως και επειδή θα το συγκρίνεις με το πόσο χάλια ήταν τα υπόλοιπα αστεία. Δεν ξέρω αν ειναι η χειρότερη παρωδία που έχω δει αλλά σε γενικές γραμμές δεν επιδέχεται ανάλυσης.
Αρκεί να πω ότι γελάς σε περίπου 3 σκηνές και στις υπόλοιπες αναρωτιέσαι αν εισαι 5 χρονων.
1/10

Το Session 9 (Συνεδρία: 9), αποτελεί πνευματικό παιδί της Λάμψης του Κιούμπρικ. Θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν θα μπορούσαν αυτές οι δύο ταινίες να συνυπάρχουν στην ίδια πρόταση λόγω της αξίας της κάθε μία ταινίας, αλλά θα καταφεύγαμε σε μία τετριμμένη δήλωση.
Θα προσπαθήσω λοιπόν να δικαιολογήσω την παραπάνω δήλωση.
Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα εγκαταλελειμμένο ίδρυμα, όπου είναι παράλληλα και απομονωμένο από τον πολιτισμό. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου είναι επηρεασμένη από την γοτθική βικτωριανών χρόνων και η σεναριακή περιγραφή της στο φιλμ, έχει μια τέτοια διάθεση. Κι όχι μόνο, μα μας δίνει την αίσθηση του μεγάλου μεγέθους των χώρων μέσα από σιωπές και άδειους διαδρόμους.
Οι εργάτες που θα μείνουν μόνοι για την συντήρηση του αχανές, σκοτεινού κτιρίου θα βρεθούν κάτω από έντονη ψυχολογική πίεση, έρχοντας να προστεθεί και το παρελθόν του ιδρύματος σαν αθώες αναφορές, οδηγώντας εν τέλει σε ένα ασφυκτικά θανατερό αγκάλιασμα τους πρωταγωνιστές.
Για τα παραπάνω λοιπόν, υποστηρίζω ότι έστω οι δημιουργοί εμπνεύστηκαν από το αριστούργημα του Κιούμπρικ.
Αν και στο σενάριο είναι εδώ κι εκεί εμφανείς οι πινελιές, που ζωγραφίζουν επί το πλείστον ένα χολυγουντιανό θρίλερ για ένα νηπιακό καλλιτεχνικά ακροατήριο που θα τρομάξει με ένα “μπου”, η προσπάθεια του σκηνοθέτη και του μοντέρ να δώσουν βάθος και να μεταφέρουν την πίεση στον θεατή είναι ευκαταφρόνητη, κάνοντας εν τέλει αυτές τις μπλοκμπάστερ τακτικές να υπολείπονται των καλών στοιχείων. Αν είχαν την βοήθεια και κάποιων ηθοποιών-κλειδιά, τότε θα είχαμε σίγουρα ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Οι χαρακτήρες είναι πολύ ρεαλιστικοί, πέρα από έναν που είναι πασαλειμμένος από τις προαναφερθείσες χολυγουντιανές πινελιές για να μας αποτραβήξει βλακωδώς το βλέμμα από ένα κατά τα άλλα πολύ καλά στημμένο ψυχολογικό θρίλερ.
Πάντως, ο Brad Anderson είναι εκείνος που το έχει γράψει, σκηνοθετήσει και μοντάρει, με κάποιες καλές ταινίες στο ενεργητικό του αλλά καμία γνωστή που να έχει πέσει στην αντίληψή μας. Το καλό είναι πως, έχει συμμετάσχει στην σειρά Masters of Horrors με το επεισόδιο Sounds Like.
Ένα φιλμ, που αποδεικνύει πόσο καλό είναι, αφού σε προτρέπει να το δεις πάνω από μία φορά. Πράγμα που αν κάνεις, θα σε ανταμείψει με νέες ανακαλύψεις.
Τελικά, αποτελεί μία ταινία πνευματικό παιδί της Λάμψης ή νώθο της;
6,9/10